Το στρες είναι παρόν στην καθημερινότητα όλων των ανθρώπων, σε μια σχετικά σταθερή ένταση με μικρές αυξομειώσεις. Από την άλλη πλευρά, όλοι οι άνθρωποι, κατά διαστήματα, καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε καταστάσεις αυξημένου στρες, άγχους και αγωνίας/ανησυχίας. Επειδή οι στρεσογόνες αυτές καταστάσεις αυτές έχουν αντίκτυπο στη διάθεση, τις αντοχές και στην ποιότητα της ζωής μας, έχουμε την τάση να αντιμετωπίζουμε γενικευτικά το στρες ως έναν καθολικό εχθρό για την ψυχική υγεία. Είναι, όμως, πραγματικά έτσι τα πράγματα;

Το άγχος καθαυτό δεν αποτελεί «εχθρό» για την ψυχική υγεία. Αντίθετα, στο άγχος οφείλουμε ορισμένα από τα καλύτερα ανθρώπινα χαρακτηριστικά μας, καθώς και πάρα πολλά ανθρώπινα επιτεύγματα. Είναι δύσκολο να φανταστούμε πώς θα μπορούσαμε να είμαστε «στην ώρα μας», να ανταποκρινόμαστε στις ανάγκες των σημαντικών ανθρώπων μας, να είμαστε παραγωγικοί στη δουλειά μας, να αναζητούμε τη βοήθεια των άλλων κ.ο.κ., χωρίς την ύπαρξη του μηχανισμού του άγχους.

Μπορούμε να σκεφτούμε τη σχέση μεταξύ της απόδοσης και του άγχους σαν ένα γράφημα αντεστραμμένου U: Μέχρι κάποιο σημείο, το άγχος λειτουργεί παρακινητικά ως προς την απόδοση (δηλαδή την προσοχή, την καλή λειτουργία της μνήμης, και τη δυνατότητα επίλυσης προβλημάτων). Εντούτοις, από ένα σημείο και έπειτα, λειτουργεί με το αντίθετο αποτέλεσμα: Η απόδοση πέφτει, όσο αυξάνεται το άγχος. Γίνεται, λοιπόν, σαφές ότι το άγχος ξεκινά να συνιστά πρόβλημα μόνο από κάποιο σημείο και έπειτα, ενώ πριν από αυτό είναι μια απαραίτητη παράμετρος προκειμένου να λειτουργεί κάποιος ικανοποιητικά στη ζωή του. Αυτή η απλή ιδέα είναι, στην πραγματικότητα, μια από τις παλαιότερες πειραματικές διαπιστώσεις της σύγχρονης ψυχολογίας!

Τι συμβαίνει όταν νιώθουμε το άγχος να μας κατακλύζει; Ο μηχανισμός του στρες στο ανθρώπινο σώμα είναι σύνθετος. Πολλές εγκεφαλικές δομές, το Κεντρικό και το Αυτόνομο Νευρικό σύστημα λειτουργούν ως προς την τελική αγχώδη απόκριση του ατόμου. Περιγράφοντας το στρες σε πολύ αδρές γραμμές, θα λέγαμε ότι είναι μια ενορχηστρωμένη αντίδραση του οργανισμού, με «όχημα» τις ορμόνες που εκκρίνει τόσο η υπόφυση του εγκεφάλου όσο και άλλοι αδένες στο σώμα, ώστε το άτομο να αποφασίσει εάν θα «παλέψει, παγώσει ή τρέξει» (fight, freeze or flight), όντας αντιμέτωπο με μια αγχογόνο κατάσταση. Η ενέργεια (δηλαδή η γλυκόζη) διοχετεύεται στον εγκέφαλο και την καρδιά, που την χρειάζονται περισσότερο (ο εγκέφαλος για να «σκεφτεί μια διέξοδο», η καρδιά προκειμένου να μπορέσει το άτομο να ανταποκριθεί σωματικά, π.χ. τρέχοντας, κ.ο.κ.), ενώ απομακρύνεται από το πεπτικό και το αναπαραγωγικό σύστημα.

Φυσιολογικά, ένας οργανισμός που έχει μια αγχώδη απόκριση, μπορεί μετά από λίγη ώρα να επανέλθει σε μια «ομοιοστατική» ισορροπία, δηλαδή να αποκατασταθεί το ισοζύγιο των ορμονών του στρες στο σώμα, καθώς και η «διαμοίραση» της γλυκόζης στα επιμέρους συστήματα. Γνωρίζουμε, όμως, ότι δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια δυνατότητα επαναφοράς στην ομοιόσταση. Το χρόνιο στρες, όπως ονομάζεται στη βιβλιογραφία, σηματοδοτεί αυτήν ακριβώς την δυσκολία, η οποία, σύμφωνα με κάποιες μελέτες, για κάποια άτομα έχει τις απαρχές της σε θέματα που αφορούν στο περιβάλλον ανατροφής ήδη κατά τη βρεφική ήδη ηλικία. Η χρόνια υπερέκθεση του οργανισμού στο στρες έχει τεκμηριωθεί ότι έχει επιπτώσεις σε πολλές όψεις της σωματικής και ψυχικής υγείας. Το ανοσοποιητικό σύστημα επιβαρύνεται τόσο ως προς την ανταπόκρισή του στην ασθένεια, όσο και με την εσφαλμένη πυροδότησή του, όπως εκδηλώνεται στις αυτοάνοσες συστημικές νόσους που συνδέονται με το χρόνιο στρες. Ο πόνος στη μέση, η εξουθένωση, οι αρρυθμίες και η υπέρταση, προβλήματα του πεπτικού (σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, έλκος στομάχου κ.λπ.), η βραδύτερη επούλωση των τραυμάτων, η αυξημένη εναπόθεση περιαγγειακού λίπους, διαταραχές στον μεταβολισμό, ακόμη και η ελλιπής σωματική ανάπτυξη των παιδιών γνωρίζουμε ότι συνδέονται με τη χρόνια έκθεση στο στρες, ενώ οι σχετικές μελέτες αποκαλύπτουν ολοένα και περισσότερους τομείς επιρροής του χρόνιου στρες στη σωματική ανάπτυξη και υγεία.

Από την άλλη πλευρά, γνωρίζουμε ότι η χρόνια υπερέκθεση σε στρες μειώνει τη νευροπλαστικότητα, τη δυνατότητα δηλαδή του εγκεφάλου να αναπλάθει τις συνδέσεις ανάμεσα στα νευρικά κύτταρα και να πραγματοποιεί νευρογένεση. Η απώλεια της νευροπλαστικότητας σημαίνει, πρακτικά, ότι ο εγκέφαλος δεν μπορεί να πραγματοποιεί νέες συνδέσεις, να επεξεργάζεται νέες πληροφορίες, να ταξινομεί και να ανακαλεί από τη μνήμη – με άλλα λόγια, η επίδραση του χρόνιου στρες στον εγκέφαλο είναι σοβαρή και οι επιπτώσεις του στρες, όχι μόνο στη διάθεση αλλά και στη λειτουργικότητα, είναι τεκμηριωμένες.

Το στρες, εάν είναι υπέρμετρο, μπορεί να αποτελεί από μόνο του αίτιο διαταραχής (Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή, Διαταραχή Πανικού, Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες, Κατάθλιψη), αλλά μπορεί να συνοδεύει και άλλες εκφάνσεις ψυχοπαθολογίας που δεν σχετίζονται άμεσα με αυτό, αλλά επιβαρύνονται από αυτό.

Για όλους τους παραπάνω λόγους είναι σημαντικό να διατηρούμε το στρες στη ζωή μας σε ένα λειτουργικό επίπεδο, το οποίο να μας επιτρέπει να είμαστε παραγωγικοί και λειτουργικοί. Όσο σημαντική είναι η ύπαρξη του στρες στη ζωή μας, άλλο τόσο σημαντική είναι και η διατήρησή του σε ένα επίπεδο που θα μας επιτρέπει να εκμεταλλευτούμε τα οφέλη του, χωρίς να αφεθούμε στην τοξική του επίδραση.